Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acrobatics
01
ακροβατικά, ακροβατικές ασκήσεις
special moves such as walking on a tight rope, swinging in the air using certain equipment, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Acrobatics showcases impressive physical feats such as balancing, tumbling, and aerial maneuvers.
Ακροβατικά παρουσιάζει εντυπωσιακά φυσικά κατορθώματα όπως η ισορροπία, οι ανατροπές και οι εναέριες ελιγμοί.
02
ακροβατικά αέρος, αεροβατικές κινήσεις
the performance of stunts, maneuvers, or feats while in flight in an aircraft
Παραδείγματα
The pilot wowed the crowd with daring acrobatics during the airshow.
Ο πιλότος εντυπωσίασε το πλήθος με τολμηρές ακροβατικές κινήσεις κατά τη διάρκεια της αεροπορικής επίδειξης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
acrobatics
acrobat



























