acrophobia
ac
ˌæk
αικ
ro
rəʊ
ρεου
pho
ˈfəʊ
φεου
bia
biə
μπια
acarophobia

Ορισμός και σημασία του "acrophobia"στα αγγλικά

01

ακροφοβία, φόβος ύψους

an unreasonable and persistent fear of heights 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
acrophobias
Παραδείγματα
His acrophobia made it impossible for him to climb tall buildings. 

Η ακροφοβία του του έκανε αδύνατο να ανεβεί σε ψηλά κτίρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store