Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to warm to
01
αρχίζω να συμπαθώ, ζεσταίνομαι σε
to start to like something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
warm
ενεστώτας
warm to
γ΄ ενικό πρόσωπο
warms to
ενεστώτα μετοχή
warming to
απλός αόριστος
warmed to
παθητική μετοχή
warmed to
Παραδείγματα
Despite initial reservations, she warmed to the challenging project.
Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, άρχισε να συμπαθεί την απαιτητική εργασία.
02
αγαπώ, δείχνω συμπάθεια
to develop a liking for someone
Παραδείγματα
Despite initial reservations, they warmed to their new neighbors over time.
Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, με τον καιρό πλησίασαν στους νέους γείτονές τους.



























