warehouse
ware
ˈwɛə
veē
house
haʊs
haws
washhouse

Ορισμός και σημασία του "warehouse"στα αγγλικά

01

αποθήκη, καταστήματα

a large place in which raw materials or produced goods are stored before they are sold or distributed 
warehouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
warehouses
Παραδείγματα
The company rented a warehouse to store their excess inventory during peak production seasons. 

Η εταιρεία νοίκιασε μια αποθήκη για να αποθηκεύσει το πλεόνασμα αποθεμάτων κατά τις εποχές αιχμής παραγωγής.

to warehouse
01

αποθηκεύω σε αποθήκη, αποθηκεύω

to store goods or items, typically in a designated facility for safekeeping or distribution 
Transitive: to warehouse goods
to warehouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
warehouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
warehouses
ενεστώτα μετοχή
warehousing
απλός αόριστος
warehoused
παθητική μετοχή
warehoused
Παραδείγματα
The company warehouses its products in large distribution centers across the country. 

Η εταιρεία αποθηκεύει τα προϊόντα της σε μεγάλα κέντρα διανομής σε όλη τη χώρα.

Λεξικό Δέντρο

warehouse

ware

+

house

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store