Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ward off
01
αποκρούω, αποφεύγω
to repel or avoid an attack or undesirable situation
Transitive: to ward off an attack or undesirable element
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
ward
ενεστώτας
ward off
γ΄ ενικό πρόσωπο
wards off
ενεστώτα μετοχή
warding off
απλός αόριστος
warded off
παθητική μετοχή
warded off
Παραδείγματα
The use of insect repellent helps ward off mosquitoes and reduce the risk of insect-borne diseases.
Η χρήση αντιπυρετικού βοηθά στην απώθηση των κουνουπιών και στη μείωση του κινδύνου ασθενειών που μεταδίδονται από έντομα.
02
αποκρούω, προλαμβάνω
to prevent or defend against something
Transitive: to ward off a risk
Παραδείγματα
The vaccine helped ward off infections during the flu season.
Το εμβόλιο βοήθησε να αποτρέψει τις λοιμώξεις κατά τη διάρκεια της εποχής της γρίπης.



























