Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ward off
01
αποκρούω, αποφεύγω
to repel or avoid an attack or undesirable situation
Transitive: to ward off an attack or undesirable element
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
ward
ενεστώτας
ward off
γ΄ ενικό πρόσωπο
wards off
ενεστώτα μετοχή
warding off
απλός αόριστος
warded off
παθητική μετοχή
warded off
Παραδείγματα
The villagers set up a perimeter of fire to ward off wild animals during the night.
Οι χωρικοί έστησαν μια περίμετρο φωτιάς για να απωθήσουν τα άγρια ζώα κατά τη διάρκεια της νύχτας.
02
αποκρούω, προλαμβάνω
to prevent or defend against something
Transitive: to ward off a risk
Παραδείγματα
The company introduced new security measures to ward off cyberattacks.
Η εταιρεία εισήγαγε νέα μέτρα ασφαλείας για αποκρούσει κυβερνοεπιθέσεις.



























