Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Warbler
01
ωδικό πτηνό, φυλλοσκόπος
a small, insect-eating songbird known for its melodious songs, vibrant plumage, and the habit of flitting among trees
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
warblers
02
τραγουδιστής, τραγουδίστρια
a singer; usually a singer who adds embellishments to the song
Λεξικό Δέντρο
warbler
warble



























