Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blog
01
blog, ηλεκτρονικό ημερολόγιο
a web page on which an individual or group of people regularly write about a topic of interest or their opinions or experiences, usually in an informal style
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blogs
Παραδείγματα
She started a travel blog to share her adventures around the world.
Ξεκίνησε ένα ταξιδιωτικό blog για να μοιραστεί τις περιπέτειές της σε όλο τον κόσμο.
to blog
01
γράφω blog, διατηρώ blog
to regularly write in a blog or add content to it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blog
γ΄ ενικό πρόσωπο
blogs
ενεστώτα μετοχή
blogging
απλός αόριστος
blogged
παθητική μετοχή
blogged
Παραδείγματα
She blogs about her daily life and travels.
Αυτή γράφει blog για την καθημερινή της ζωή και τα ταξίδια της.
Λεξικό Δέντρο
microblog
blog



























