Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blog
01
blog, ηλεκτρονικό ημερολόγιο
a web page on which an individual or group of people regularly write about a topic of interest or their opinions or experiences, usually in an informal style
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blogs
Παραδείγματα
They collaborated on a blog to discuss environmental issues and solutions.
Συνεργάστηκαν σε ένα blog για να συζητήσουν περιβαλλοντικά ζητήματα και λύσεις.
to blog
01
γράφω blog, διατηρώ blog
to regularly write in a blog or add content to it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blog
γ΄ ενικό πρόσωπο
blogs
ενεστώτα μετοχή
blogging
απλός αόριστος
blogged
παθητική μετοχή
blogged
Παραδείγματα
She blogs every week to keep her readers updated.
Αυτή γράφει blog κάθε εβδομάδα για να ενημερώνει τους αναγνώστες της.
Λεξικό Δέντρο
microblog
blog



























