Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blocker
01
αναστολέας, αναχαιτιστής
a class of drugs that inhibit (block) some biological process
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blockers
02
μπλοκάρισμα, προστάτης
a player in American football who prevents defensive players from tackling the ball carrier or quarterback
Παραδείγματα
The blocker's job is crucial for successful running plays.
Η δουλειά του μπλόκερ είναι κρίσιμη για επιτυχημένες παιχνιδιές τρεξίματος.
Λεξικό Δέντρο
blocker
block



























