blocked
blocked
blɒkt
blokt
shockedconcoctstockedunlocked

Ορισμός και σημασία του "blocked"στα αγγλικά

01

μπλοκαρισμένος, κλειστός στην κυκλοφορία

closed to traffic 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blocked
συγκριτικός βαθμός
more blocked
διαβαθμίσιμο
02

μπλοκαρισμένος, φραγμένος

obstructed or closed off, preventing movement, flow, view or access 
Παραδείγματα
The sink is blocked with food scraps. 

Ο νεροχύτης είναι φραγμένος με υπολείμματα φαγητού.

03

μεθυσμένος, μπουκωμένος

(Irish) drunk or intoxicated 
αργκό
Παραδείγματα
He was completely blocked after the party. 

Ήταν εντελώς μεθυσμένος μετά το πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store