blocked
blocked
blɑkt
μπλακτ
/blˈɒkt/

Ορισμός και σημασία του "blocked"στα αγγλικά

01

μπλοκαρισμένος, κλειστός στην κυκλοφορία

closed to traffic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blocked
συγκριτικός βαθμός
more blocked
διαβαθμίσιμο
02

μπλοκαρισμένος, φραγμένος

obstructed or closed off, preventing movement, flow, view or access
Παραδείγματα
He could n't think clearly due to a blocked mind.
Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά λόγω ενός μπλοκαρισμένου μυαλού.
03

μεθυσμένος, μπουκωμένος

(Irish) drunk or intoxicated
Slang
Παραδείγματα
They were all blocked by midnight.
Όλοι ήταν μπλοκαρισμένοι πριν τα μεσάνυχτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store