Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to walk off
01
φεύγω, απομακρύνομαι
to move away from a location or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
walk
ενεστώτας
walk off
γ΄ ενικό πρόσωπο
walks off
ενεστώτα μετοχή
walking off
απλός αόριστος
walked off
παθητική μετοχή
walked off
Παραδείγματα
The employee walked off the stressful situation for a few minutes.
Ο εργαζόμενος απομακρύνθηκε από την αγχωτική κατάσταση για λίγα λεπτά.
02
περπατώ για να ανακουφίσω, κάνω περίπατο για να μετριάσω
to ease an illness or unpleasant feeling by going for a walk
Παραδείγματα
The patient walked off the post-surgery discomfort with short daily walks.
Ο ασθενής περπάτησε για να απαλλαγεί από τη δυσφορία μετά την εγχείρηση με μικρές καθημερινές βόλτες.



























