Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to waive
01
παραιτούμαι, εγκαταλείπω
to voluntarily relinquish or give up a right, claim, or privilege
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
waive
γ΄ ενικό πρόσωπο
waives
ενεστώτα μετοχή
waiving
απλός αόριστος
waived
παθητική μετοχή
waived
Παραδείγματα
They waived the rules for this special case.
Απέσυραν τους κανόνες για αυτήν την ειδική περίπτωση.
02
παραιτούμαι, χάνω
lose (s.th.) or lose the right to (s.th.) by some error, offense, or crime
Λεξικό Δέντρο
waiver
waive



























