Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wag
01
κουνώ, κουνιέμαι
to move repeatedly from side to side, often in a rhythmic or playful manner
Transitive: to wag sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wag
γ΄ ενικό πρόσωπο
wags
ενεστώτα μετοχή
wagging
απλός αόριστος
wagged
παθητική μετοχή
wagged
Παραδείγματα
The squirrel wagged its fluffy tail while perched on the tree branch.
Ο σκίουρος κούνησε την φουντωτή ουρά του ενώ ήταν κουρνιασμένος στο κλαδί του δέντρου.
Wag
01
αστείος, χαρτοπαίχτης
a witty amusing person who makes jokes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wags
02
κούνημα, ταλάντωση
causing to move repeatedly from side to side
Λεξικό Δέντρο
wager
wag



























