wag
wag
wæg
ουαιγκ
/wˈæɡ/

Ορισμός και σημασία του "wag"στα αγγλικά

to wag
01

κουνώ, κουνιέμαι

to move repeatedly from side to side, often in a rhythmic or playful manner
Transitive: to wag sth
to wag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wag
γ΄ ενικό πρόσωπο
wags
ενεστώτα μετοχή
wagging
απλός αόριστος
wagged
παθητική μετοχή
wagged
Παραδείγματα
The squirrel wagged its fluffy tail while perched on the tree branch.
Ο σκίουρος κούνησε την φουντωτή ουρά του ενώ ήταν κουρνιασμένος στο κλαδί του δέντρου.
01

αστείος, χαρτοπαίχτης

a witty amusing person who makes jokes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wags
02

κούνημα, ταλάντωση

causing to move repeatedly from side to side

Λεξικό Δέντρο

wager
wag
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store