Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to waft
01
πετώ, απλώνω
to move gently through the air, often referring to the drifting or floating motion of something light or delicate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
waft
γ΄ ενικό πρόσωπο
wafts
ενεστώτα μετοχή
wafting
απλός αόριστος
wafted
παθητική μετοχή
wafted
Παραδείγματα
By evening, the aroma of dinner will waft from the kitchen, enticing us to the dining table.
Μέχρι το βράδυ, το άρωμα του δείπνου θα απλωθεί από την κουζίνα, μαγεύοντας μας στο τραπέζι.
02
πετώ, απλώνω
to blow or carry something gently through the air with a light and airy motion
Παραδείγματα
The draft from the open window wafts the smell of freshly baked bread into the room.
Το ρεύμα από το ανοιχτό παράθυρο μεταφέρει τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού στο δωμάτιο.
Waft
01
μια μακριά σημαία; συχνά αιχμηρή, ένα μακρύ και αιχμηρό λάβαρο
a long flag; often tapering
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wafts
Λεξικό Δέντρο
wafture
waft



























