to waft
waft
wɑ:ft
vaaft
soft

Ορισμός και σημασία του "waft"στα αγγλικά

to waft
01

πετώ, απλώνω

to move gently through the air, often referring to the drifting or floating motion of something light or delicate 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
waft
γ΄ ενικό πρόσωπο
wafts
ενεστώτα μετοχή
wafting
απλός αόριστος
wafted
παθητική μετοχή
wafted
Παραδείγματα
The scent of freshly baked bread wafts through the kitchen, tempting everyone in the house. 

Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού απλώνεται στην κουζίνα, δελεάζοντας όλους στο σπίτι.

02

πετώ, απλώνω

to blow or carry something gently through the air with a light and airy motion 
Παραδείγματα
The gentle breeze wafts the scent of roses from the garden into the house. 

Ο απαλός αέρας μεταφέρει τη μυρωδιά των τριαντάφυλλων από τον κήπο στο σπίτι.

01

μια μακριά σημαία; συχνά αιχμηρή, ένα μακρύ και αιχμηρό λάβαρο

a long flag; often tapering 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wafts

Λεξικό Δέντρο

wafture
waft
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store