Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to waft
01
πετώ, απλώνω
to move gently through the air, often referring to the drifting or floating motion of something light or delicate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
waft
γ΄ ενικό πρόσωπο
wafts
ενεστώτα μετοχή
wafting
απλός αόριστος
wafted
παθητική μετοχή
wafted
Παραδείγματα
The scent of freshly baked bread wafts through the kitchen, tempting everyone in the house.
Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού απλώνεται στην κουζίνα, δελεάζοντας όλους στο σπίτι.
02
πετώ, απλώνω
to blow or carry something gently through the air with a light and airy motion
Παραδείγματα
The gentle breeze wafts the scent of roses from the garden into the house.
Ο απαλός αέρας μεταφέρει τη μυρωδιά των τριαντάφυλλων από τον κήπο στο σπίτι.
Waft
01
μια μακριά σημαία; συχνά αιχμηρή, ένα μακρύ και αιχμηρό λάβαρο
a long flag; often tapering
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wafts
Λεξικό Δέντρο
wafture
waft



























