Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to waddle
01
περπατώ με ταλάντευση, κουνιέμαι ενώ περπατώ
to walk with short, clumsy steps and a swaying motion from side to side, typically as a result of being overweight or having short legs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
waddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
waddles
ενεστώτα μετοχή
waddling
απλός αόριστος
waddled
παθητική μετοχή
waddled
Παραδείγματα
The penguin waddled across the ice, its flippers outstretched for balance.
Ο πιγκουίνος κουνιόταν πάνω στον πάγο, με τα πτερύγια του απλωμένα για ισορροπία.
Waddle
01
κουνιστός βηματισμός, κούνημα
a way of walking characterized by short steps and a side-to-side tilting of the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waddles
Παραδείγματα
He had a noticeable waddle after carrying the heavy load.
Είχε ένα αξιοσημείωτο κουνιστό περπάτημα μετά τη μεταφορά του βαρέως φορτίου.



























