to waddle
wa
ˈwɒ
vo
ddle
dəl
dēl
toddlecoddlecaudalremodel

Ορισμός και σημασία του "waddle"στα αγγλικά

to waddle
01

περπατώ με ταλάντευση, κουνιέμαι ενώ περπατώ

to walk with short, clumsy steps and a swaying motion from side to side, typically as a result of being overweight or having short legs 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
waddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
waddles
ενεστώτα μετοχή
waddling
απλός αόριστος
waddled
παθητική μετοχή
waddled
Παραδείγματα
The penguin waddled across the ice, its flippers outstretched for balance. 

Ο πιγκουίνος κουνιόταν πάνω στον πάγο, με τα πτερύγια του απλωμένα για ισορροπία.

01

κουνιστός βηματισμός, κούνημα

a way of walking characterized by short steps and a side-to-side tilting of the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waddles
Παραδείγματα
He had a noticeable waddle after carrying the heavy load. 

Είχε ένα αξιοσημείωτο κουνιστό περπάτημα μετά τη μεταφορά του βαρέως φορτίου.

Λεξικό Δέντρο

waddler
waddle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store