Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vulnerable
01
ευάλωτος, άοπλος
able to be physically harmed or wounded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vulnerable
συγκριτικός βαθμός
more vulnerable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The baby birds in the nest were vulnerable to predators until they learned to fly.
Τα νεοσσά στο φωλιά ήταν ευάλωτα στους θηρευτές μέχρι να μάθουν να πετούν.
02
ευάλωτος, εκτεθειμένος
liable to attack or harm, especially in a strategic or defensive sense
Παραδείγματα
The fortress was vulnerable to siege.
Το φρούριο ήταν ευάλωτο στην πολιορκία.
03
ευάλωτος, επηρεάσιμος
open to criticism, influence, or temptation
Παραδείγματα
Teenagers are vulnerable to peer pressure.
Οι έφηβοι είναι ευάλωτοι στην πίεση των συνομηλίκων.
Λεξικό Δέντρο
invulnerable
vulnerability
vulnerably
vulnerable
vulner



























