Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vulnerable
01
ευάλωτος, άοπλος
able to be physically harmed or wounded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vulnerable
συγκριτικός βαθμός
more vulnerable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stray dog, injured and alone, appeared vulnerable on the streets.
Ο αδέσποτος σκύλος, τραυματισμένος και μόνος, φαινόταν ευάλωτος στους δρόμους.
02
ευάλωτος, εκτεθειμένος
liable to attack or harm, especially in a strategic or defensive sense
Παραδείγματα
The system is vulnerable to data breaches.
Το σύστημα είναι ευάλωτο σε παραβιάσεις δεδομένων.
03
ευάλωτος, επηρεάσιμος
open to criticism, influence, or temptation
Παραδείγματα
The argument was vulnerable to counterpoints.
Το επιχείρημα ήταν ευάλωτο σε αντιρρήσεις.
Λεξικό Δέντρο
invulnerable
vulnerability
vulnerably
vulnerable
vulner



























