vulnerability
vul
ˌvʌl
val
ne
ra
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti
comparabilityinvincibilityaccessibilitydependability

Ορισμός και σημασία του "vulnerability"στα αγγλικά

01

ευπάθεια, ευαισθησία

the state of being exposed to the possibility of emotional distress 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vulnerabilities
Παραδείγματα
Opening up about his personal struggles revealed a rare vulnerability in the stoic leader. 

Το να μιλάει για τους προσωπικούς του αγώνες αποκάλυψε μια σπάνια ευπάθεια στον στωικό ηγέτη.

02

ευπάθεια, ευαισθησία

susceptibility to injury or attack 

Λεξικό Δέντρο

invulnerability
vulnerability
vulnerable
vulner
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store