Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vowel
01
φωνήεν, φωνηεντικός ήχος
(phonetics) a speech sound produced without interfering with the flow of air coming through the mouth or nose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vowels
Παραδείγματα
He practiced pronouncing each vowel clearly to improve his accent.
Εξασκήθηκε στην ξεκάθαρη προφορά κάθε φωνήεντος για να βελτιώσει την προφορά του.
1.1
φωνήεν, γράμμα φωνήεντος
a written letter representing a vowel sound, such as a, e, i, o, or u in English
Παραδείγματα
The word "dog" contains one vowel.
Η λέξη "dog" περιέχει ένα φωνήεν.
Λεξικό Δέντρο
semivowel
vowelize
vowellike
vowel



























