vortex
vor
ˈvɔ:
βο
tex
tɛks
τεκσ
vertex

Ορισμός και σημασία του "vortex"στα αγγλικά

01

δίνης, στρόβιλος

a swirling mass of fluid with a rotating motion, often forming a funnel shape 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vortices
Παραδείγματα
As the bathtub drain opened, a small vortex formed, illustrating the simple yet mesmerizing nature of fluid dynamics. 

Καθώς άνοιξε η αποχέτευση της μπανιέρας, σχηματίστηκε ένας μικρός δίνης, που απεικονίζει την απλή αλλά μαγευτική φύση της δυναμικής των ρευστών.

02

δίνη, στρόβιλος

the shape of something rotating rapidly 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store