voltmeter
volt
ˈvoʊlt
βουλτ
me
mi:
μη
ter
tər
ταρ
/vˈə‍ʊltmiːtɐ/

Ορισμός και σημασία του "voltmeter"στα αγγλικά

01

βολτόμετρο, μετρητής τάσης

a device used to measure the electric potential difference between two points in an electrical circuit
voltmeter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
voltmeters
Παραδείγματα
The researcher used a voltmeter to study the electrical activity of the brain.
Ο ερευνητής χρησιμοποίησε ένα βολτόμετρο για να μελετήσει την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου.

Λεξικό Δέντρο

voltmeter

volt

+

meter

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store