volta
vol
ˈvɒl
vol
ta
volva
volte

Ορισμός και σημασία του "volta"στα αγγλικά

01

μία βόλτα, ένας χορός της Αναγέννησης που χαρακτηρίζεται από ζωηρές και κομψές κινήσεις

a Renaissance dance characterized by lively and graceful movements, often danced in pairs or as a couple's dance, accompanied by Renaissance or Baroque music 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
voltas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

voltaic
voltaic
volta
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store