Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Voltage
01
τάση, βολτάζ
total potential energy provided by a power source
Παραδείγματα
The dying battery's voltage dropped from 9V to 6V.
Η τάση της πεθαμένης μπαταρίας έπεσε από 9V σε 6V.
02
τάση, βολτάζ
the measure of electric potential difference between two points in a circuit, expressed in volts
Παραδείγματα
The voltage across the capacitor peaked at 5V.
Η τάση στα άκρα του πυκνωτή έφτασε στο μέγιστο των 5V.
Λεξικό Δέντρο
voltage
volt



























