volcanology
vol
ˌvɒl
vol
ca
no
ˈnɒ
no
lo
gy
ʤi
ji
vulcanology

Ορισμός και σημασία του "volcanology"στα αγγλικά

01

ηφαιστειολογία, μελέτη ηφαιστείων

a branch of geology that focuses on the study of volcanoes, volcanic activity, and related phenomena 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Scientists in volcanology study lava flows and volcanic ash. 

Οι επιστήμονες της ηφαιστειολογίας μελετούν τις ροές λάβας και την ηφαιστειακή τέφρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store