volcanic
vol
vɑl
βαλ
ca
ˈkæ
και
nic
nɪk
νικ
giganticpaiwanicmechanictyrannic

Ορισμός και σημασία του "volcanic"στα αγγλικά

01

ηφαιστειακός, σχετικός με ηφαίστεια

related to or formed by the activity of volcanoes 
volcanic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geology, geography, nature
Παραδείγματα
The volcanic eruption sent plumes of ash into the sky. 

Η ηφαιστειακή έκρηξη έστειλε νέφη τέφρας στον ουρανό.

02

ηφαιστειακός, πυριγενής

(of igneous rock) formed from lava that solidifies on or near the earth's surface, such as basalt, andesite, or rhyolite 
Παραδείγματα
Andesite is a type of volcanic rock found here. 

Η ανδεσίτης είναι ένας τύπος ηφαιστειακού πετρώματος που βρίσκεται εδώ.

03

εκρηκτικός, παρορμητικός

characterized by sudden, explosive, or unstable intensity 
Παραδείγματα
He has a volcanic temper. 

Έχει ηφαιστειακό χαρακτήρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

volcanic
volcano
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store