Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
volcanic
01
ηφαιστειακός, σχετικός με ηφαίστεια
related to or formed by the activity of volcanoes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The volcanic eruption sent plumes of ash into the sky.
Η ηφαιστειακή έκρηξη έστειλε νέφη τέφρας στον ουρανό.
02
ηφαιστειακός, πυριγενής
(of igneous rock) formed from lava that solidifies on or near the earth's surface, such as basalt, andesite, or rhyolite
Παραδείγματα
Andesite is a type of volcanic rock found here.
Η ανδεσίτης είναι ένας τύπος ηφαιστειακού πετρώματος που βρίσκεται εδώ.
03
εκρηκτικός, παρορμητικός
characterized by sudden, explosive, or unstable intensity
Παραδείγματα
He has a volcanic temper.
Έχει ηφαιστειακό χαρακτήρα.
Λεξικό Δέντρο
volcanic
volcano



























