volcanic
vol
vɑl
βαλ
ca
ˈkæ
και
nic
nɪk
νικ
/vɒlkˈænɪk/

Ορισμός και σημασία του "volcanic"στα αγγλικά

01

ηφαιστειακός, σχετικός με ηφαίστεια

related to or formed by the activity of volcanoes
volcanic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The volcanic landscape of the Hawaiian Islands features rugged terrain and active volcanoes.
Το ηφαιστειακό τοπίο των νησιών Χαβάης διαθέτει ανώμαλο έδαφος και ενεργά ηφαίστεια.
02

ηφαιστειακός, πυριγενής

(of igneous rock) formed from lava that solidifies on or near the earth's surface, such as basalt, andesite, or rhyolite
Παραδείγματα
Volcanic deposits preserve fossils in some regions.
Οι ηφαιστειακές αποθέσεις διατηρούν απολιθώματα σε ορισμένες περιοχές.
03

εκρηκτικός, παρορμητικός

characterized by sudden, explosive, or unstable intensity
Παραδείγματα
Volcanic energy drove the team to victory.
Η ηφαιστειακή ενέργεια οδήγησε την ομάδα στη νίκη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store