volant
vo
ˈvəʊ
vew
lant
lənt
lēnt
valent

Ορισμός και σημασία του "volant"στα αγγλικά

01

πετών, περνώντας από τον αέρα

flying or passing through the air 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most volant
συγκριτικός βαθμός
more volant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist captured the volant motion of the eagle as it swooped down to catch its prey. 

Ο καλλιτέχνης κατέγραψε την πετώντας κίνηση του αετού καθώς έπεφτε για να πιάσει το θήραμά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store