Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blindside
01
επιτίθεμαι αιφνιδιαστικά, χτυπώ από πλευρά
attack or hit on or from the side where the attacked person's view is obstructed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blindside
γ΄ ενικό πρόσωπο
blindsides
ενεστώτα μετοχή
blindsiding
απλός αόριστος
blindsided
παθητική μετοχή
blindsided
02
πιάνω στον ύπνο, εκπλήσσω δυσάρεστα
to surprise someone unexpectedly, often causing harm or trouble
Παραδείγματα
He was blindsided by the sudden job layoff.
Έμεινε απροετοίμαστος από την ξαφνική απόλυση.
Λεξικό Δέντρο
blindside
blind
side



























