Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voguish
01
μοντέρνο, τρεντί
having a fashionable, often fleeting, appeal that aligns with current trends or popular styles
Παραδείγματα
The film had a voguish, experimental style that reflected the mood of contemporary cinema.
Η ταινία είχε ένα μόντερο, πειραματικό στυλ που αντανακλούσε τη διάθεση του σύγχρονου κινηματογράφου.
02
κομψός και στυλάτος, της μόδας
elegant and stylish
Λεξικό Δέντρο
voguish
vogue



























