voguish
Pronunciation
/vˈɑːɡwɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "voguish"στα αγγλικά

01

μοντέρνο, τρεντί

having a fashionable, often fleeting, appeal that aligns with current trends or popular styles
voguish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most voguish
συγκριτικός βαθμός
more voguish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film had a voguish, experimental style that reflected the mood of contemporary cinema.
Η ταινία είχε ένα μόντερο, πειραματικό στυλ που αντανακλούσε τη διάθεση του σύγχρονου κινηματογράφου.
02

κομψός και στυλάτος, της μόδας

elegant and stylish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store