Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vociferous
01
θορυβώδης, έντονος
expressing feelings or opinions, loudly and forcefully
Παραδείγματα
Despite her normally reserved demeanor, she became vociferous when defending her beliefs.
Παρά το συνήθως συνεσταλμένο της ύφος, έγινε θορυβώδης όταν υπερασπιζόταν τις πεποιθήσεις της.
Λεξικό Δέντρο
vociferously
vociferous



























