Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vociferate
01
ξεφυλλίζω, χάνω τα φύλλα
(of plants and shrubs) shedding foliage at the end of the growing season
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vociferate
γ΄ ενικό πρόσωπο
vociferates
ενεστώτα μετοχή
vociferating
απλός αόριστος
vociferated
παθητική μετοχή
vociferated
02
φωνάζω, μιλώ δυνατά
to shout or speak loudly
Παραδείγματα
The actor vociferated his lines on stage, hoping to convey the emotions of his character to the audience.
Ο ηθοποιός φώναξε τις ατάκες του στη σκηνή, ελπίζοντας να μεταδώσει τα συναισθήματα του χαρακτήρα του στο κοινό.
Λεξικό Δέντρο
vociferation
vociferator
vociferate
vocifer



























