Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vocative case
01
κλητική πτώση, κλητική
a grammatical form used to directly address or call someone or something in speech or writing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vocative cases



























