vixen
vix
ˈvɪk
vik
en
sən
sēn
vaccine

Ορισμός και σημασία του "vixen"στα αγγλικά

01

αλεπού, θηλυκή αλεπού

the female of the fox species 
vixen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
vixens
αρσενικό ενικό
fox
θηλυκό ενικό
vixen
neutral form
fox
Παραδείγματα
The vixen stealthily roamed the forest, her fiery coat blending with the autumn leaves. 

Η αλεπού περιφερόταν κρυφά στο δάσος, το φλογερό της τρίχωμα να αναμειγνύεται με τα φθινοπωρινά φύλλα.

02

μεγαιρα, πόρνη

a woman regarded as quarrelsome, provocative, or sexually alluring in a negative sense 
Παραδείγματα
That vixen shouted at everyone in the meeting. 

Εκείνη η στρίγγλα φώναξε σε όλους στη συνάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vixenish
vixen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store