Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blighted
01
κατεστραμμένος, κατεστραμμένος
damaged or destroyed by blight, disease, or other harmful environmental condition that prevents healthy growth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blighted
συγκριτικός βαθμός
more blighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The blighted crops could not be salvaged after the fungal infection.
Οι χαλασμένες καλλιέργειες δεν μπορούσαν να σωθούν μετά τη μυκητιασική μόλυνση.
02
κατεστραμμένος, πληγωμένος
harmed, ruined, or held back in a way that prevents success or development (figurative)
Παραδείγματα
His reputation was blighted by the scandal.
Η φήμη του καταστράφηκε από το σκάνδαλο.
Λεξικό Δέντρο
blighted
blight



























