Blight
volume
British pronunciation/blˈa‍ɪt/
American pronunciation/ˈbɫaɪt/

Ορισμός και Σημασία του "blight"

01

μαυρίλα, ασθένεια φυτών

any disease that causes a plant to wither and eventually dies
blight definition and meaning
02

σκλήρυνση, καταστροφή

a state or condition being blighted
to blight
01

καταστρέφω, βλάπτω

to spoil, harm, or destroy something, such as a plant, crop, or place, typically due to disease, pests, or unfavorable conditions
example
Example
click on words
The heatwave blights the crops, causing them to wither in the fields.
Η καύσωνας καταστρέφει τις καλλιέργειες, προκαλώντας τους να μαραθούν στα χωράφια.
The disease blighted the entire orchard, leaving it barren for years.
Η ασθένεια κατέστρεψε ολόκληρο τον οπωρώνα, αφήνοντάς τον άγονο για χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store