Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blight
01
μιάσμα, παρακμή
a condition of ruin or deterioration, especially one that spoils an area, object, or situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blights
Παραδείγματα
The abandoned buildings were a blight on the neighborhood.
Τα εγκαταλελειμμένα κτίρια ήταν μια κηλίδα για τη γειτονιά.
02
μαράγματα, έγκαυμα
a plant disease that causes withering, discoloration, or death without immediate rotting
Παραδείγματα
The tomato plants showed signs of blight, with curled leaves and brown spots.
Τα φυτά ντομάτας έδειξαν σημάδια φθοράς, με σγουρά φύλλα και καφέ κηλίδες.
to blight
01
καταστρέφω, μαραίνω
to spoil, harm, or destroy something, such as a plant, crop, or place, typically due to disease, pests, or unfavorable conditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blight
γ΄ ενικό πρόσωπο
blights
ενεστώτα μετοχή
blighting
απλός αόριστος
blighted
παθητική μετοχή
blighted
Παραδείγματα
The heatwave blights the crops, causing them to wither in the fields.
Το κύμα καύσωνα καταστρέφει τις καλλιέργειες, προκαλώντας την ξήρανσή τους στα χωράφια.



























