Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blighter
01
τύπος, άντρας
a boy or man
02
ενοχλητικός, μπελάς
a persistently annoying person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blighters
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blighter
blight



























