Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
virulent
01
δηλητηριώδης, δηλητηριώδης
extremely poisonous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most virulent
συγκριτικός βαθμός
more virulent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The snake's bite was virulent and required immediate treatment.
Το δάγκωμα του φιδιού ήταν δηλητηριώδες και απαιτούσε άμεση θεραπεία.
02
δηλητηριώδης
(of a disease) able to make one sick
Παραδείγματα
The outbreak was caused by a virulent strain of the flu virus.
Η έξαρση προκλήθηκε από ένα δηλητηριώδες στελέχος του ιού της γρίπης.
Παραδείγματα
The politician’s virulent speech attacked his opponents with unrelenting severity.
Ο δηκτικός λόγος του πολιτικού επιτέθηκε στους αντιπάλους του με αμείλικτη σοβαρότητα.
Λεξικό Δέντρο
virulently
virulent
virul



























