Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
virtuoso
01
βιρτουόζος, μαέστρος
marked by exceptional technique, refined ability, or artistic brilliance in a particular discipline
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most virtuoso
συγκριτικός βαθμός
more virtuoso
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her virtuoso brushwork gave the portrait a lifelike glow.
Η βιρτουόζικη πινελιά της έδωσε στο πορτρέτο μια ρεαλιστική λάμψη.
Virtuoso
01
βιρτουόζος
a person who is exceptionally skilled and talented in a field such as sports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
virtuosos
Παραδείγματα
In the world of sports, he was recognized as a virtuoso, displaying unmatched skill on the field.
Στον κόσμο του αθλητισμού, αναγνωρίστηκε ως βιρτουόζος, επιδεικνύοντας απαράμιλλη δεξιοτεχνία στο γήπεδο.
02
βιρτουόζος
someone who is highly skilled at playing a musical instrument
Παραδείγματα
The young pianist was hailed as a virtuoso, astonishing audiences with his technical brilliance and emotional depth.
Ο νεαρός πιανίστας αναγνωρίστηκε ως βιρτουόζος, εκπλήσσοντας το κοινό με την τεχνική του λάμψη και το συναισθηματικό βάθος.



























