virtue
Pronunciation
/ˈvɝtʃu/

Ορισμός και σημασία του "virtue"στα αγγλικά

01

αρετή, ιδιότητα

a positive moral quality or admirable trait in a person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
virtues
Παραδείγματα
Many cultures teach that humility is a key virtue.
Πολλοί πολιτισμοί διδάσκουν ότι η ταπεινοφροσύνη είναι μια βασική αρετή.
02

αρετή, ποιότητα

any admirable quality or attribute
03

αρετή, ηθική

morality with respect to sexual relations
04

αρετή, ηθική αριστεία

a particular moral excellence
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store