vine
vine
vaɪn
vain
vienne

Ορισμός και σημασία του "vine"στα αγγλικά

01

αμπέλι, φυτό αμπελιού

a climbing plant with grapes as its fruit 
vine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vines
Παραδείγματα
The gardener trimmed the vine to encourage healthier growth and prevent it from overtaking other plants. 

Ο κηπουρός κούρεψε την αμπέλι για να ενθαρρύνει μια υγιέστερη ανάπτυξη και να την αποτρέψει από το να καταλάβει άλλα φυτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vinery
vinify
vinous
vine
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store