Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vindictive
01
εκδικητικός, μνησίκακος
having a strong desire to harm others
Παραδείγματα
His vindictive behavior towards his former employer cost him valuable references for future job opportunities.
Η εκδικητική του συμπεριφορά απέναντι στον πρώην εργοδότη του του κόστισε πολύτιμες συστάσεις για μελλοντικές ευκαιρίες εργασίας.
Παραδείγματα
The vindictive ex-boyfriend spread false rumors to damage her reputation.
Ο εκδικητικός πρώην φίλος διέδωσε ψευδείς φήμες για να βλάψει τη φήμη της.
Λεξικό Δέντρο
unvindictive
vindictively
vindictiveness
vindictive



























