vengeful
ven
ˈvɛn
ven
geful
ʤfʊl
jfool

Ορισμός και σημασία του "vengeful"στα αγγλικά

01

εκδικητικός, μνησίκακος

having or showing a strong desire for revenge 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vengeful
συγκριτικός βαθμός
more vengeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the passage of time, his vengeful feelings towards those who wronged him remained strong. 

Παρά το πέρασμα του χρόνου, τα εκδικητικά του συναισθήματα απέναντι σε εκείνους που τον έβλαψαν παρέμειναν δυνατά.

Λεξικό Δέντρο

vengefully
vengefulness
vengeful
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store