vengeful
ven
ˈvɛn
βεν
geful
ʤfəl
τζφαλ
/vˈɛnd‍ʒfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "vengeful"στα αγγλικά

01

εκδικητικός, μνησίκακος

having or showing a strong desire for revenge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vengeful
συγκριτικός βαθμός
more vengeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The character 's vengeful pursuit of justice became a central theme in the novel, driving the plot forward.
Η εκδικητική επιδίωξη δικαιοσύνης του χαρακτήρα έγινε ένα κεντρικό θέμα στο μυθιστόρημα, προωθώντας την πλοκή.

Λεξικό Δέντρο

vengefully
vengefulness
vengeful
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store