Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Villain
Παραδείγματα
The audience booed when the villain appeared on stage.
Το κοινό γιούρισε όταν ο κακός εμφανίστηκε στη σκηνή.
02
εγκληματίας, κακός
a person who deliberately causes harm, commits crimes, or behaves immorally
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
villains
Παραδείγματα
He was portrayed as a villain in the political scandal.
Απεικονίστηκε ως κακός στο πολιτικό σκάνδαλο.
Λεξικό Δέντρο
villainage
villainess
villainous
villain



























