to vilify
vi
ˈvɪ
vi
li
li
fy
faɪ
fai
vivifyvinify

Ορισμός και σημασία του "vilify"στα αγγλικά

to vilify
01

δυσφημώ, κακολογώ

to spread bad and awful commentaries about someone in order to damage their reputation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vilify
γ΄ ενικό πρόσωπο
vilifies
ενεστώτα μετοχή
vilifying
απλός αόριστος
vilified
παθητική μετοχή
vilified
Παραδείγματα
The media often vilifies public figures for minor mistakes. 

Τα μέσα ενημέρωσης συχνά δυσφημούν δημόσια πρόσωπα για μικρά λάθη.

Λεξικό Δέντρο

vilifier
vilify
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store