victorious
Pronunciation
/vɪkˈtɔɹiəs/

Ορισμός και σημασία του "victorious"στα αγγλικά

victorious
01

νικηφόρος, θριαμβευτικός

having won a contest, struggle, etc.
victorious definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most victorious
συγκριτικός βαθμός
more victorious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt victorious after overcoming his fear of public speaking and delivering a successful presentation.
Ένιωσε νικηφόρος αφού ξεπέρασε τον φόβο του να μιλήσει δημόσια και έκανε μια επιτυχημένη παρουσίαση.
02

νικηφόρος, θριαμβευτικός

experiencing triumph
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store