Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vicuna
01
βικούνα, ένα μικρό
a small, elegant camelid species native to the high Andean regions of South America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vicuñas
02
βικούνια, ύφασμα από μαλλί βικούνιας
a soft wool fabric made from the fleece of the vicuna
03
το μαλλί της βικούνιας, η τρίχα της βικούνιας
the wool of the vicuna
LanGeek



























