veteran
ve
ˈvɛ
ve
te
ran
rən
rēn

Ορισμός και σημασία του "veteran"στα αγγλικά

01

βετεράνος, πρώην στρατιώτης

a former member of the armed forces who has fought in a war 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
veterans
Παραδείγματα
The veterans gathered at the memorial to honor fallen comrades on Veterans Day. 

Οι βετεράνοι συγκεντρώθηκαν στο μνημείο για να τιμήσουν τους πεσόντες συντρόφους την Ημέρα των Βετεράνων.

02

βετεράνος, παλαιός μαχητής

a military member with extensive experience in combat or operational duty 
Παραδείγματα
The decorated veteran had served three tours in Afghanistan. 

Ο διακοσμημένος βετεράνος είχε υπηρετήσει τρεις περιόδους στο Αφγανιστάν.

03

βετεράνος, ειδικός

a person with deep experience in a particular field 
Παραδείγματα
He's a veteran of the film industry with over 40 years of directing credits. 

Είναι βετεράνος της βιομηχανίας του κινηματογράφου με πάνω από 40 χρόνια σκηνοθετικών πιστώσεων.

01

έμπειρος, βετεράνος

having extensive experience in a particular field or activity, typically as a result of long service or practice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most veteran
συγκριτικός βαθμός
more veteran
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The veteran journalist covered conflicts in multiple countries throughout her career. 

Ο βετεράνος δημοσιογράφος κάλυψε συγκρούσεις σε πολλές χώρες κατά τη διάρκεια της καριέρας της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store