vesica
Pronunciation
/vˈɛsɪkə/
vesicae

Ορισμός και σημασία του "vesica"στα αγγλικά

01

κύστη, μεμβρανώδης θύλακας

a distensible membranous sac (usually containing liquid or gas)
vesica definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vesicae
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store