Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vesica
01
κύστη, μεμβρανώδης θύλακας
a distensible membranous sac (usually containing liquid or gas)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vesicae



























