verbal
ver
ˈvɜ:
bal
bəl
bēl
vernal

Ορισμός και σημασία του "verbal"στα αγγλικά

01

λεκτικός, προφορικός

relating to or expressed using spoken language 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Verbal communication skills are essential for effective interpersonal interactions and public speaking. 

Οι δεξιότητες προφορικής επικοινωνίας είναι απαραίτητες για αποτελεσματικές διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις και δημόσια ομιλία.

02

λεκτικός, σχετικός με τις λέξεις

of or relating to or formed from words in general 
03

λεκτικός, σχετικός με τις λέξεις

relating to or having facility in the use of words 
04

ρηματικός, λεκτικός

of or relating to or formed from a verb 
05

φλύαρος, πολυλογάς

prolix 
06

λεκτικός, προφορικός

expressed in spoken words 

Λεξικό Δέντρο

nonverbal
verbalize
verbally
verbal
verb
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store